Η είσοδος της συμμορίας του Βάρδα

Од Wikibooks
Прејди на прегледникот Прејди на пребарувањето

Ο Καούδης, στα απομνημονεύματα του, γράφει σχετικά: Ο μακαρίτης ο Μελάς, όταν επέρασεν τον ανήφορον, είχε μαζί του τρεις παλαιούς ληστές, τον Καραλίβανον, τον Βισβίκην, τον Αριστείδην από την Καστοριά, δεν ξεύρω το υπώνυμόν του [Μαργαρίτης] . [1] Αυτοί λοιπόν σε όποιον σπίτι έμπαιναν εζητούσαν και παράδες, λίρες. Οι χωρικοί όμως εφοβόντουσαν και δεν το μαρτυρούσαν, σιγά σιγά όμως και αφού οι Κοζανίτες παρέδωσαν τον Καραλίβανο με τον Βισβίκη στον στρατόν, διότι οι ίδιοι τον επρόδωσαν, αφού είδαν ότι βρήκαν το μπελά τωνε να τους υποχρεώνει να του μαζεύουν παράδες, δήθεν ότι τα παιδιά θέλουν κάπες, θέλουν τσαρούχια και λπ. [2]

Λίγες μέρες μετά τη σύλληψη του Καραλίβανου, αποστέλλεται προς τον έλληνα υπουργό Εξωτερικών μία επιστολή από το προξενείο Μοναστηρίου, που υπογράφει ο Σ. Λεβίδης και στην οποία γίνεται γνωστό ότι μαζί με τον Καραλίβανο ο οθωμανικός στρατός συνέλαβε επίσης τρεις οπαδούς του, κατάσχεσε δε σημαντικά απόρρητα έγγραφα σχετικά με τη δράση των ελληνικών συμμοριών.

Ο Λεβίδης ωστόσο δεν είναι ανήσυχος, γιατί η οθωμανική διοίκηση μέσα από την ανάγνωση των κατασχεμένων εγγράφων πείστηκε ότι ο σκοπός του ελληνικού κομιτάτου είναι ουδόλως εχθρικός προς την Τουρκίαν. Απεναντίας διέτασσε τα εν Μακεδονία σώματα και κέντρα αυτού, όπως εν αδελφική συμπνοία μετά των Τούρκων εργασθώσιν. ΄Οχι μόνο δε ν’ αποφεύγωσιν επιμελώς σύγκρουσιν μετά του τουρκικού στρατού, αλλά στην ανάγκη να μην αρνηθώσι παροχήν συνδρομήν και εις τους Τούρκους.

Ο Λεβίδης ενημερώνει επίσης τον έλληνα υπουργό, ότι ο αρχηγός της χωροφυλακής διεβεβαίωσε τον κ. Χωναίον ότι και ο Γεν. Διοικητής είνε της γνώμης ότι οι συλληφθέντες πρέπει ν’ αφεθώσιν ελεύθεροι, αλλ’ ίνα μη διεγείρη τούτο τας διαμαρτυρίας των ξένων, καλόν είνε η αποφυλάκισίς των να γείνη δια της δικαστικής οδού. [3]

Είναι δε ο ίδιος ο Λεβίδης, που εννέα μέρες πριν σε άλλη επιστολή του, χαρακτηρισμένη ως όλως απόρρητος, έγραφε στον υπουργό Εξωτερικών, για το ζήτημα της ελληνοτουρκικής συμμαχίας στο μακεδονικό, τα εξής εξόχως αποκαλυπτικά:

Θέλω λάβη την τιμήν να εκθέσω τη Υμετέρα Εξοχότητι τας εντυπώσεις, ας απεκόμισα εκ της διαμονής μου εν Μακεδονία εν σχέσει προς την ψυχολογικήν κατάστασιν του Μακεδόνος και τα αισθήματα αυτού απέναντι τοιάσδε ή τοιάσδε Ελληνικής πολιτικής, και τούτο όπως έχη η Β. Κυβέρνησις υπ’ όψει αυτής, καίτοι ίσως εκ περισσού, την ταπεινήν μου γνώμην, ης βάσις είνε η απόλυτος ανάγκη, όπως διαγραφή εις τους αρχηγούς των Ελληνικών συμμοριών καθωρισμένη στάσις, άνευ του οποίου κινδυνεύομεν να δημιουργήσωμεν χάος εν Μακεδονία, να συντελέσωμεν εις τον σχηματισμόν ρεύματος πολιτικού, το οποίον να παρασύρη ημάς […].

Οι Τούρκοι, ως πολλαχόθεν μοι βεβαιούται κλείουσι τους οφθαλμούς απέναντι των Ελληνικών συμμοριών και ενεργειών[…]. Ουδεμία εκ των υπό ΄Ελληνα αξιωματικόν συμμοριών συνεκρούσθη μέχρι τούδε προς τους Τούρκους […]. Εάν μεν αι ελληνικαί συμμορίαι συστηματικώς δεν έρχονται εις σύγκρουσιν προς τα Τουρκικά αποσπάσματα, θέλομεν υποστή μεγάλην απώλειαν, την εκ της απογοητεύσεως των ημετέρων γεννηθησομένην και την εκ της κατακραυγής της Ευρωπαϊκής κοινής γνώμης […].

Ελληνοτουρκική συνεννόησις έσται πολυτιμοτάτη αν μη απαραίτητος ημίν κατά το παρόν, αλλά συμμαχία ή συνεννόησις φανερά και πασίγνωστος προσπίπτουσα εις τας όψεις πάντων έσται επιζημία. Αρκεί καλή θέλησις εκ μέρους της Υψηλής Πύλης, όπως καθορισθή απλώς η στάσις των Τουρκικών Αρχών απέναντι των Ελληνικών συμμοριών […]. Οι Τούρκοι δεν εισί ξένοι προς τα τεχνάσματα. Εάν αφ’ ενός εδέχοντο, όπως δοθώσι ευρισκόμεναι διαταγαί, όπως όχι μόνον μη καταδιώκονται ή συλλαμβάνονται ΄Ελληνες συμμορίται, αλλ’ επί πλέον προς το θεαθήναι συμπλέκονται ενίοτε υπεκφεύγουσαι πάντοτε […].

Ο Καϊμακάμης Φλωρίνης έλεγε προ τινος τω ημετέρω Διερμηνεί κ. Χωναίω ότι βεβαίως θα συνέπραττον οι Τούρκοι τοις ΄Ελλησιν, αλλά δέον να μη προβαίνωσιν οι τελευταίοι εις πράξεις, οία η του Ζέλενιτς επίθεσις, ότε παρά πάσαν προσπάθειαν καθίσταται αδύνατον να καλυφθώσιν τα γιγνόμενα ένεκα της παρουσίας εν Μακεδονία τόσων ξένων απεσταλμένων.[4]

  1. Καραβίτης σ.158, υποσημείωση 168β.
  2. Στις 31 Μαρτίου 1905, οι Μάλλιος και Βάρδας, μετά από απαίτηση του Καραβαγγέλη, αποφάσισαν και διέταξαν την εκτέλεσή του “διά ληστείαν την οποίαν διέπραξεν εν Λάγγα και τα πέριξ χωρία αφαιρέσας παρά των χωρικών χιλιάδας λιρών και επειδή δια της βίας ητίμασε γυναίκας και νεάνιδας”. Βλ. Ημερόλογιο Καπετάν Φιλώτα (Φιλολάου Πηχιών), Δυτική Μακεδονία, 18/1/1931.
  3. Ευθύμιος Καούδης, Απομνημονεύματα, σ. 94 - 95.
  4. Προξενείο Μοναστηρίου, 19/1/1905, έγγραφο 69.